Οι ανάγκες του μαθητή και ο ρόλος του δασκάλου

kid

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα, ίσως και το μεγαλύτερο, στην παιδαγωγική είναι το πώς να παρακινηθεί ένας μαθητής για να μάθει. Πολλοί παιδαγωγοί και ψυχολόγοι έχουν μιλήσει για την περιέργεια των παιδιών και για την έμφυτη ικανότητά τους για μάθηση (Bloom, 1982α, 1982β. Bruner, 1966. Ellis, 1989). Όμως, το αναμφισβήτητο γεγονός, ό ως πραγματικά το ζει και το ξέρει ένας εκπαιδευτικός σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης, είναι ότι οι μαθητές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δείχνουν να μην αγαπάνε και να μην έχουν την περιέργεια για μάθηση. Το φάρμακο, επομένως, ενάντια σ’ αυτή την “μαθησιακή ανορεξία” καλείται να δώσει ο δάσκαλος, κυρίως μέσα στην τάξη. Με αυτό το σκεπτικό ο δάσκαλος σκέφτεται τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να παρακινήσει τους μαθητές του. Εδώ όμως παρουσιάζεται το μεγάλο πρόβλημα: Ποιος τρόπος είναι ο καλύτερος για να παρακινηθεί ένας μαθητής στη μάθηση; Πώς μπορεί να ξέρει ο δάσκαλος τι παρακινεί ένα μαθητή; Μήπως ο τρόπος που θα επιλέξει ο δάσκαλος δεν παρακινεί καθόλου το μαθητή; Αυτές οι τρεις ερωτήσεις, που στην ουσία αποτελούν την βάση του όλου προβλήματος, ακολουθούνται φυσικά από έναν αριθμό ερωτήσεων που μπορούν να δείξουν, ότι η προσπάθεια από την μεριά ενός δασκάλου, καλοπροαίρετου ή μη, ίσως να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα: Μήπως κάθε μαθητής παρακινείται με διαφορετικό τρόπο; Μήπως τα κίνητρα ποικίλουν ανάλογα με το μαθητή που θα διδαχθεί; Πόσο ρεαλιστικό είναι για ένα δάσκαλο να σκέφτεται σε καθημερινή βάση τόσους τρόπους όσοι και οι μαθητές της τάξης του, πολλαπλασιασμένους, ίσως με τον αριθμό μαθημάτων της ανάλογης μέρας; Μήπως τα κίνητρα σε τελευταία ανάλυση είναι αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων που δεν περιορίζονται αναγκαστικά στην έμφυτη ικανότητα του μαθητή και στο τι μπορεί να κάνει ο δάσκαλος μέσα στην τάξη;

Αν καθίσει κάποιος και σκεφτεί τι μπορεί να παρακινήσει ένα μαθητή στη μάθηση, θα καταλάβει σύντομα ότι μια λίστα από αλληλοεξαρτημένους παράγοντες θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Αυτή η λίστα, κατά την προσωπική εκτίμηση του συγγραφέα, περιλαμβάνει τους ακόλουθους παράγοντες: τις ανάγκες του μαθητή, τα ενδιαφέροντά του, τον ενθουσιασμό του δασκάλου, το οικογενειακό περιβάλλον, τις αξίες και τις αντιλήψεις του μαθητή για τη μόρφωση και το σχολείο, τη ψυχολογική κατάσταση του μαθητή, το “μαθησιακό του στιλ”, το περιβάλλον της σχολικής τάξης, αλλά και το γενικότερο σχολικό κλίμα, τις προσδοκίες του δασκάλου, τις προσδοκίες του μαθητή, την επιβράβευση και την επιτυχία του μαθητή, το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης, τα μέσα και τις μεθόδους διδασκαλίας. Είναι εύλογο ότι μερικοί, ίσως και όλοι, οι παράγοντες συμβάλλουν στην παρακίνηση του μαθητή. Αυτό μπορεί να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση, γιατί η παρακίνηση του μαθητή να μάθει, παραμένει πάντα ένα δύσκολο αν όχι άλυτο, πρόβλημα. Είναι πολύ λογικό, και απολύτως φυσικό το γεγονός, ότι ένας μαθητής παραμένει ασυγκίνητος, παρά τον ενθουσιασμό, παρά τις έξυπνες ερωτήσεις του δασκάλου, και παρά τα σύγχρονα εποπτικά μέσα και εντυπωσιακά πειράματα επίδειξης, όταν βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ή όταν το οικογενειακό περιβάλλον δεν βοηθά ή δεν έχει καμιά σχέση με αυτό του σχολείου. Είναι επίσης λογικό ότι, παρά τις προσπάθειες που θα κάνει ένας δάσκαλος για να παρακινήσει τους μαθητές του, οι προσδοκίες των τελευταίων θα παίξουν σημαντικό ρόλο, όχι απλά στο τι θα μάθουν, αλλά στο αν θα μάθουν.

Από τη σύντομη αυτή συζήτηση διαφαίνεται, ότι η επίλυση του προβλήματος των κινήτρων είναι δύσκολη. Αυτό όμως, δεν απαλλάσσει τον εκπαιδευτικό από την ευθύνη που έχει να προσπαθήσει να “σπρώξει όλα τα κουμπιά” του μαθητή. Το πρώτο “κουμπί” φαίνεται να είναι η ικανοποίηση των αναγκών του μαθητή.

1. Η συμβολή του Maslow

Η έννοια της “ανάγκης” είναι ίσως και η πιο συχνά απαντώμενη σ’ ό,τι έχει σχέση με τα κίνητρα. Και αυτό γιατί, σαν έννοια κεντρική της ψυχολογίας, έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ως “ανάγκη” θα μπορούσε να οριστεί μια κατάσταση έλλειψης που δημιουργείται μέσα σ’ ένα οργανισμό. Αυτή η κατάσταση μπορεί να είναι φυσιολογική ή ψυχολογική, και παρακινεί το άτομο να κάνει κάτι για να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη. Η ανάγκη για τροφή, για παράδειγμα, η οποία προέρχεται από μια κατάσταση έλλειψη μέσα στον οργανισμό, θα παρακινήσει το πεινασμένο άτομο να βρει τροφή. Ανεξάρτητα από το αν το ψάξιμο για την τροφή είναι εύκολο ή δύσκολο, το άτομο θα προσπαθήσει να βρει τρόπους ώστε να ικανοποιήσει την ανάγκη του.

Όσοι έχουν ασχοληθεί με την ψυχολογία και την παιδαγωγική γνωρίζουν την ιεραρχία των αναγκών του Maslow (1954). Ο Abraham Maslow στο κλασικό βιβλίο του Κίνητρα και Προσωπικότητα, αναλύει τις ανάγκες του ανθρώπου. Θεωρεί ότι πρώτα έρχονται οι φυσιολογικές ανάγκες (π.χ., τροφή, ύπνος, κλπ.) ακολουθούμενες από τις ανάγκες για ασφάλεια (π.χ., προστασία, αποφυγή φόβου, επιδίωξη άνεσης). Στη συνέχεια έρχονται οι κοινωνικές ανάγκες (π.χ., να ανήκει το άτομο σε ομάδα, να αγαπιέται) και μετά η ανάγκη για σεβασμό και εκτίμηση, δηλαδή η ανάγκη του Εγώ. Στο τέλος της ιεραρχίας, δηλαδή στην κορυφή της, υπάρχει η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση. Ο Maslow ορίζει ως αυτοπραγμάτωση μια κατάσταση στην οποία το άτομο έχει φθάσει το μέγιστο δυναμικό του, με άλλα λόγια το άτομο έχει γίνει αυτό που του ταιριάζει. Σύμφωνα με τον Maslow, μόνον όταν έχουν ικανοποιηθεί οι ανάγκες στα κατώτερα επίπεδα μπορεί το άτομο να προχωρήσει προς τα ανώτερα επίπεδα της ιεραρχίας. Είναι επομένως λογικό ότι θα ήταν άσκοπο να μιλάμε για αυτοπραγμάτωση όταν δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προηγούμενες ανάγκες.

maslow_pyramid

Με αυτό το σκεπτικό, παιδαγωγοί και ψυχολόγοι χρησιμοποιούν την έννοια “ανάγκη” για να προσεγγίσουν ή να επιλύσουν το πρόβλημα των κινήτρων (Faπis, 1990• Gιasser, 1986• Schurr, 1989). Ακόμη και κατασκευαστές αναλυτικών προγραμμάτων χρησιμοποιούν την έννοια αυτή. Όπως τονίζουν οι Oιiνia (1988) και Pratt (1980), το καλύτερο, ή ένα από τα καλύτερα μοντέλα, για την κατασκευή αναλυτικών προγραμμάτων είναι αυτό στο οποίο λαμβάνονται υπόψη, ανάμεσα σε άλλα, και οι ανάγκες του μαθητή. Ο λόγος, προφανώς, που χρησιμοποιείται η έννοια “ανάγκη” από τους κατασκευαστές αναλυτικών προγραμμάτων είναι, ότι τα διδακτικά μοντέλα που στηρίζονται στις ανάγκες των μαθητών έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρακινήσουν τους τελευταίους στη μάθηση.

Αν σκεφτεί, ωστόσο, κάποιος τη σχέση των αναγκών ενός μαθητή ως προς την μάθηση, αρκετά προβλήματα αρχίζουν να εμφανίζονται. Πώς μπορεί να σχετιστεί η ανάγκη με την μάθηση; Πώς μπορεί η ανάγκη ενός μαθητή να οδηγήσει στη μάθηση; Πώς μπορούν δηλαδή, η ανάγκη που αισθάνεται ένας μαθητής για να ανήκει σε μία ομάδα και να αγαπιέται, η ανάγκη για αυτοσεβασμό και η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση να οδηγήσουν ένα μαθητή στην απόκτηση της γνώσης; Από πείρας είναι γνωστό, ότι για την πλειοψηφία των μαθητών, οι παραπάνω ανάγκες δεν σχετίζονται με τη γνώση, μια και η άγνοια και η αμάθεια δεν αποτελούν αναγκαστικά κίνητρα για μάθηση. Επιπλέον είναι πολύ πιθανόν ότι ο μαθητής δεν αισθάνεται τις ανάγκες του. Βέβαια τις φυσιολογικές ανάγκες και την ανάγκη για ασφάλεια και άνεση την αισθάνονται όλοι οι άνθρωποι αν και αυτό θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, εφόσον είναι γνωστό ότι πολλοί άνθρωποι πάσχουν από διάφορες ανεπάρκειες, λόγω έλλειψης στο σώμα τους ορισμένων ιχνοστοιχείων και βιταμινών και μόνο ο γιατρός είναι αυτός που τις ανιχνεύει.

Όμως μπορούν να αισθανθούν οι μαθητές την ανάγκη για την αυτοπραγμάτωσή τους; Έστω κι αν υποτεθεί ότι ο δάσκαλος αποφασίζει να πείσει τους μαθητές ότι έχουν αυτή την συγκεκριμένη ανάγκη, είναι σίγουρο ότι οι μαθητές θα παρακινηθούν; Είναι σίγουρο, ότι η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση θα παρακινήσει τους μαθητές να μάθουν μαθηματικά, μερικές χρονολογίες από την Ιστορία και την Γεωγραφία των ηπείρων; Ο δάσκαλος μπορεί να προσπαθήσει να πείσει τους μαθητές του ότι τους χρειάζονται τα Μαθηματικά ή τα Αρχαία, αλλά είναι πολύ πιθανόν οι τελευταίοι να μην θέλουν να τα μάθουν, και σε μερικές ακραίες περιπτώσεις ούτε να τα δουν! Πώς μπορούν επομένως να μας βοηθήσουν οι ανάγκες του μαθητή για την παρακίνησή του;

Αν κάποιος ξαναγυρίσει στην ιεραρχία των αναγκών του Maslow, ίσως σκεφτεί ότι τα σχολεία, αν έχουν σκοπό να ικανοποιήσουν την ανάγκη για αυτοπραγμάτωση, πρέπει να βοηθήσουν τους μαθητές να ικανοποιήσουν όλες τις προηγούμενες ανάγκες της ιεαρχίας. Φυσικά οι φυσιολογικές ανάγκες και οι ανάγκες για ασφάλεια υποτίθεται ότι ικανοποιούνται κυρίως εκτός σχολείου. Μπορεί όμως στην ανάγκη για αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμό να δοθεί περισσότερο σημασία. Η αναγνώριση και η εκτίμηση ενός μαθητή θα μπορούσε να γίνει, να τονιστεί, σε προσωπικό επίπεδο. Η επιβράβευση μιας προσπάθειας είναι πολύ πιθανότερο να δημιουργήσει αυτοεκτίμηση αν απευθύνεται προσωπικά. Πόσο διαφορά κάνει σε ένα μαθητή ένα “Μπράβο Ελένη έκανες μια ωραία ερώτηση” ή “Κώστα πολύ σωστά παρατήρησες” από ένα ξερό “Μπράβο” ή “Ωραίο”; Φαίνεται εύκολα στην έκφραση του προσώπου του και στη συνέχεια στον τρόπο που εργάζεται στο σπίτι και στο σχολείο. Έχουμε σκεφθεί ποτέ μας ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στο να πιάνουμε ένα μαθητή που έχει κάνει ή πει κάτι καλό και του το αναγνωρίσουμε δημόσια από το να πιάνουμε ένα μαθητή που έχει κάνει κάτι κακό ή πει κάτι λανθασμένο και να τον εξευτελίσουμε δημόσια;

Ίσως η ανάγκη για αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμό, όπως αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί στο σχολείο και την τάξη, να οδηγήσει τον μαθητή στην ικανοποίηση της ανάγκης για αυτοπραγμάτωση. Ίσως όμως χρειαστούν και άλλα πράγματα που θα βοηθήσουν. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι για να ικανοποιηθεί η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση χρειάζεται χρόνος. Επιπλέον, το σχολείο, λόγω της ιδιομορφίας του τα περισσότερα πράγματα επιτελούνται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και του καταναγκαστικού του χαρακτήρα, παρά τον όποιο προοδευτισμό,  ίσως να μην είναι ο κατάλληλος φορέας για ν κάνει τον μαθητή να φθάσει το μέγιστο δυναμικό του.

2. Η συμβολή του Gιasser

Ξεφεύγοντας από την ανάγκη για αυτοπραγμάτωση, ο Gιasser (1984, 1986), στη Θεωρία Ελέγχου που πρότεινε, μιλά για ανάγκες, οι οποίες φαίνεται ότι μπορούν να ικανοποιηθούν μέσα στη σχολική τάξη. Αυτές είναι: η ανάγκη να ανήκεις κάποιου, η ανάγκη για ισχύ, η ανάγκη για να περνάμε ωραία και η ανάγκη για ελευθερία. Φυσικά, αυτές οι ανάγκες ακούγονται περισσότερο ρεαλιστικές, κυρίως για παιδιά του νηπιαγωγείου και τους μαθητές του δημοτικού, αλλά και του γυμνασίου.

Giasser

Με βάση τις απόψεις του Gιasser, θα μπορούσαν να προταθούν ορισμένες δραστηριότητες που θα ικανοποιήσουν τις παραπάνω ανάγκες. Η ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΑΝΗΚΕΙ ο μαθητής σε μια ομάδα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί αν ο δάσκαλος φρόντιζε ώστε η τάξη να έχει μια ατμόσφαιρα που να δέχεται το μαθητή, μια ατμόσφαιρα μέσα στην οποία όλες οι προσπάθειες του μαθητή γίνονται δεκτές. Ακόμη, συνεργατικές ομάδες, όπου οι μαθητές συζητούν ιδέες και ανταλλάσσουν τις απόψεις τους, είναι μια καλή δραστηριότητα. Όσον αφορά την πειθαρχία και τα παραπτώματα οι συστάσεις, καλό θα ήταν, να γίνονταν προσωπικά, και κατ’ ιδία, όχι δημόσια.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΙΣΧΥ θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, αν ο δάσκαλος φρόντιζε να κάνει τα ακόλουθα: να αναθέσει στους μαθητές υπεύθυνους ηγετικούς ρόλους για την εκτέλεση διαφόρων εργασιών (π.χ., να προετοιμάσουν το μάθημα για τους συμμαθητές τους, να βοηθήσουν τον δάσκαλο σε πειράματα επίδειξης, και άλλες δραστηριότητες), να εκθέτει τις εργασίες των μαθητών στους τοίχους της τάξης, να χρησιμοποιεί τον προσωπικό έπαινο, να δίνει στους μαθητές την ευκαιρία να μιλούν ή ακόμη και να διδάσκουν (κυρίως μια μικρή ομάδα μαθητών). Οι δραστηριότητες που θα μπορούσαν να απευθυνθούν στην ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΆ είναι αυτές που: α) δίνουν την ευκαιρία στους μαθητές να συμμετάσχουν στην λήψη αποφάσεων και δημιουργία κανόνων που πρέπει να τηρηθούν στο σχολείο και την τάξη, β) επιτρέπουν την ελευθερία έκφρασης μέσα στην τάξη, και γ) επιτρέπουν δημιουργικότητα και επιλογή στις εργασίες στο σχολείο και το σπίτι.

Τέλος όσον αφορά την ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΝΆΜΕ ΩΡΑΙΑ, φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετές δραστηριότητες. Πρώτο και κύριο θα μπορούσε η διαδικασία διδακτικής μάθησης να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να δείχνει ο δάσκαλος στους μαθητές ότι αυτή τη διαδικασία μπορούν να την ευχαριστηθούν όλοι. Ο ενθουσιασμός, το χιούμορ και οι γνώσεις του δασκάλου πάνω στο θέμα το οποίο δουλεύεται στην τάξη, είναι παράγοντες που βοηθούν στο να κάνουν την μάθηση ευχάριστη. Ακόμη η παρότρυνση που δίνει ο δάσκαλος στους μαθητές ώστε να ευχαριστιούνται το μάθημα, είναι κάτι θετικό, όπως επίσης είναι και η δημιουργία μιας τάξης η οποία δείχνει ότι είναι ένα περιβάλλον ευχάριστο για να μάθει κάποιος. Ο Gιasser (1984) στη Θεωρία Ελέγχου που έχει προτείνει, τονίζει, ότι στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε σχολεία, “αποτύχαμε να εκτιμήσουμε το γεγονός ότι η μάθηση χωρίς παιχνίδι είναι δύσκολη”. Βέβαια, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί, ότι το παιχνίδι και η μάθηση βρίσκονται πιο κοντά το ένα στο άλλο στην περίπτωση των παιδιών του νηπιαγωγείου. Αν, ωστόσο, σαν παιχνίδι θεωρήσουμε οτιδήποτε μας κάνει να περνάμε ευχάριστα, τότε η ιδέα ότι η μάθηση και το παιχνίδι πάνε το ένα δίπλα στο άλλο, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μαθητές κάθε ηλικίας.

Πόσοι από εμάς δεν θυμούνται ορισμένους δασκάλους που μας έκαναν να περνάμε ωραία στην τάξη; Ανάμεσα στους δασκάλους και καθηγητές κάθε σχολείου υπάρχουν μερικοί, που ό,τι διδάσκουν, το διδάσκουν έτσι, ώστε όλη η τάξη να περνάει ωραία. Φυσικά υπάρχουν μερικοί δάσκαλοι και καθηγητές που δίνουν στους μαθητές την εντύπωση, ότι η τάξη περνάει ωραία απλά επειδή δεν κάνουν εργασίες μιας και δεν πειράζει αν δεν μάθουν. Πόσοι όμως από εμάς θα συμπεριελάμβαναν αυτούς τους εκπαιδευτικούς στην κατηγορία αυτών που πάντα θυμόμαστε και συγχρόνως θαυμάζουμε;

3. Ορισμένες επισημάνσεις

Συζητώντας τις ανάγκες των μαθητών, και το γεγονός, ή καλύτερα την άποψη, ότι η ικανοποίησή τους θα οδηγήσει τους μαθητές στη μάθηση, καλό θα ‘ταν να σκεφτούμε λίγο βαθύτερα. Σίγουρα ακούγεται πολύ ωραία, ίσως και πολύ πειστικά, ότι οι ανάγκες για ελευθερία, ισχύ και ευχάριστο χρόνο στο σχολείο θα παρακινήσουν τους μαθητές στη μάθηση. Όμως πόσο ρεαλιστικές θα μπορούσαν να είναι οι δραστηριότητες που θα ικανοποιούσαν αυτές τις ανάγκες; Διότι παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δάσκαλοι και καθηγητές που δίνουν στους μαθητές τους δυνατότητες επιλογής, και ενθαρρύνουν την δημιουργικότητα, που τους επιβραβεύουν όταν οι ευκαιρίες το επιτρέπουν, που χρησιμοποιούν το χιούμορ και διδάσκουν έτσι, ώστε η μάθηση να είναι σαν παιχνίδι, πάντα φαίνεται να υπάρχει μια απορία: Πόσοι μαθητές ενθαρρύνονται απ’ αυτές τις δραστηριότητες; Πόσοι μαθητές υπάρχουν μέσα στις τάξεις των σχολείων όλων των βαθμίδων που παραμένουν αδρανείς, παρά τις όποιες προσπάθειες από την μεριά των δασκάλων τους;

Πέρα όμως απ’ αυτά τα προβλήματα υπάρχει και το γεγονός ότι πολλές φορές οι ανάγκες έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Πώς θα μπορούσαν να συμβιβαστούν η ανάγκη να ανήκει ο μαθητής σε μια ομάδα με την ανάγκη για ισχύ ή ελευθερία; Δεν θα απαιτούσε αυτό εξαιρετικά επιδέξιους και έμπειρους δασκάλους, που θα μπορούσαν να οργανώσουν τις δραστηριότητες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχουν εσωτερικές συγκρούσεις στους μαθητές; Και μιλώντας για εσωτερικές συγκρούσεις καλό θα ήταν να αναφερθούν δυο λόγια για τους εφήβους μια ειδική αλλά ξεχωριστή κατηγορία μαθητών η πλειοψηφία των οποίων πηγαίνει στο Γυμνάσιο αλλά και στην τελευταία τάξη του Δημοτικού.

Σύμφωνα με την Schurr (1989) οι έφηβοι έχουν δώδεκα ανάγκες που παρουσιάζονται σαν ζεύγη αντιθέτων:

Η ανάγκη να με χρειάζονται Η ανάγκη να χρειάζομαι

Η ανάγκη για εσωστρέφεια Η ανάγκη για εξωστρέφεια και επίδραση πάνω στον κόσμο

Η ανάγκη για ζωή με θος και ένταση Η ανάγκη για ζωή ρουτίνας

Η ανάγκη για μύθους και για παραμύθια Η ανάγκη για γεγονότα

Η ανάγκη για σωματική δραστηριότητα Η ανάγκη για ακινησία

Η ανάγκη για απομόνωση Η ανάγκη να ανήκουν σε ομάδα.

Αν κάποιος λάβει υπόψη του τα παραπάνω, σίγουρα θα καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι θα ήταν πολύ ευκολότερο να παρακινήσει στη μάθηση ένα μικρό παιδί και έναν ενήλικα, παρά έναν έφηβο. Και δεν θα έχει άδικο. Όμως, είτε αναφερόμαστε στους εφήβους είτε σε οποιασδήποτε ηλικίας μαθητή, που παρουσιάζει μια παθητικότητα και ένα επομένως “υψηλό δυναμικό διέγερσης” προς δράση, το πρόβλημα των κινήτρων αποτελεί μια αληθινή πρόκληση για τον εκπαιδευτικό.

Μια άλλη επισήμανση αναφορικά με τις ανάγκες του μαθητή, είναι ίσως η παρεξηγημένη ερμηνεία που δίνεται στην αυτόνομη μάθηση, και στα διάφορα παιδαγωγικά σλόγκαν όπως “μαθαίνω πώς να μαθαίνω”. Αν υποθέσει κάποιος ότι οι μαθητές έχουν την αγάπη και την περιέργεια για τη μάθηση, δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα. Φαίνεται πολύ λογικό ότι κάθε προσπάθεια από την μεριά του δασκάλου είναι άσκοπη, μια και το κίνητρο για τη μάθηση πηγάζει από τον ίδιο τον μαθητή. Γιατί να μας ενδιαφέρει τι επικρατεί “έξω από τον μαθητή”, όταν ο τελευταίος από μόνος έχει το κίνητρο; Δεν νομίζω, ότι χρειάζεται να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε μια και η ίδια η ερώτηση είναι λάθος τοποθετημένη. Και αυτό γιατί εμπεριέχει, ή καλύτερα βασίζεται σε μια λανθασμένη ιδέα: ότι δηλαδή ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος του, κλεισμένος στον εαυτό του, χωρίς καμία αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, και επομένως η έμφυτη ικανότητά του είναι αρκετή για να τον παρακινήσει να μάθει κάτι.

Σίγουρα η ικανότητα του ανθρώπου για μάθηση δεν μπορεί να χαθεί, μια και είναι έμφυτη, και επομένως, θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος, ότι ένας μαθητής θα μάθει ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο διδάσκει ο δάσκαλος. ‘Ομως, κατά την προσωπική άποψη του συγγραφέα, αυτή η σιγουριά έχει συντελέσει στην όποια “μαθησιακή ανορεξία” στις σχολικές τάξεις. Ίσως αυτή η σιγουριά να ευθύνεται για αυτό που φημολογείται να έχει πει ένας Αμερικανός ψυχολόγος, ο J.P. Guiford: “ο μαθητής γεννιέται ιδιοφυία αλλά μετατρέπεται σε ηλίθιο από το εκπαιδευτικό σύστημα”. Φυσικά θα έπρεπε να είμαστε λίγο ευχαριστημένοι, γιατί αν η μαθησιακή ανορεξία οδηγεί στην ηλιθιότητα, η ανορεξία σίγουρα οδηγεί στη σωματική ασθένειας, ίσως και στο θάνατο. Και οι δύο όμως τύποι ανορεξιών θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν δινόταν προσοχή και στο περιβάλλον, στο τι δηλαδή υπάρχει και μπορεί να προσφερθεί στο άτομο από το περιβάλλον. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του μαθητή, σημασία θα είχαν, όχι μόνο οι διαθέσεις και γενικά η εσωτερική του κατάσταση, αλλά επίσης το σχολικό και οικογενειακό κλίμα, τα υλικά της τάξης και οι δραστηριότητες του δασκάλου.

Ο Bruner (1966) μίλησε για τρία είδη εσωτερικών κινήτρων: την περιέργεια, την επιδεξιότητα ή επάρκεια (οι μαθητές παρακινούνται να κάνουν πράγματα στα οποία είναι καλοί) και στην ανάγκη να δουλέψουν με άλλους. Ο Bruner θεωρεί ότι τελευταία αυτή ανάγκη αποτέλεσε βασικό κίνητρο για την δημιουργία των ανθρώπινων κοινωνιών. Σύμφωνα με τον Bruner (1966) τα εσωτερικά αυτά κίνητρα είναι υπεύθυνα για τη διατήρηση συνέχιση της μαθησιακής διαδικασίας. Αλλά όπως τονίζει, ίσως στην αρχή να χρειαστεί κάποιο εξωτερικό κίνητρο για να αρχίσει αυτή η διαδικασία. Μετά τα εσωτερικά κίνητρα θα αναλάβουν όλο, ή το περισσότερο βάρος της διαδικασίας αυτής.

Ο ρόλος και η αξία των εξωτερικών κινήτρων έχει μεγάλη σημασία για τον δάσκαλο, και προφανώς για τους ίδιους τους μαθητές. Διότι παρόλο που πολλοί μαθητές δεν έχουν χάσει την περιέργειά τους, παρόλο που οι περισσότεροι δάσκαλοι δίνουν εμπειρίες που ταιριάζουν με το επίπεδο της νοητικής ανάπτυξης και της επιδεξιότητας των μαθητών, φαίνεται ότι κάτι χρειάζεται για να “ξεκινήσει” τους μαθητές, κάτι για να τους σπρώξει να κάνουν το “μαθησιακό ταξίδι”. Αυτό “το κάτι” σίγουρα δεν είναι το ίδιο για κάθε μαθητή, αλλά λίγο πολύ ένα ταξίδι γίνεται όταν υπάρχει κάποιος προορισμός. Ακόμη και στους λίγους ταξιδιώτες που τους αρέσει μόνο η διαδρομή ανεξάρτητα από το πού θα φτάσει το τρένο ή το πλοίο δεν κάνουν το ταξίδι χωρίς ένα προορισμό στο νου τους. Αν λοιπόν σκεφτούμε, ότι ο προορισμός είναι αυτός που θα κάνει κάποιον να κάνει ένα ταξίδι, μπορούμε να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο επιλέγει ένα συγκεκριμένο προορισμό. Η πιθανή απάντηση είναι, ότι άκουσε ωραία πράγματα σχετικά με τον προορισμό αυτό, ή είδε ωραίες φωτογραφίες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ένας τουριστικός οργανισμός διαδίδει με ήχο και εικόνες ό,τι καλύτερο μπορεί για τα διάφορα μέρη στα οποία διοργανώνει εκδρομές. Τι επιπτώσεις θα είχε αυτό για ένα δάσκαλο αν αυτός έπαιξε τον ρόλο ενός ταξιδιωτικού πράκτορα; Πώς θα φρόντιζε να ελκύσει τον μαθητή για να κάνουν μαζί ένα ταξίδι; Τι θα έλεγε και τι θα έδειχνε στον μαθητή ώστε να πείσει τον τελευταίο ότι το ταξίδι αξίζει τον κόπο να γίνει; Σίγουρα και το τι θα δει και θα κάνει κατά την διάρκεια του ταξιδιού ο μαθητής παίζουν επίσης σπουδαίο ρόλο, και είναι ευθύνη του δασκάλου να κάνει την διαδρομή επίσης ελκυστική. Διαφορετικά αν το ταξίδι είναι βαρετό, η διαδρομή μονότονη, και δεν υπάρχουν δραστηριότητες να την κάνουν ευχάριστη και να δώσουν στους μαθητές νέες εμπειρίες, είναι πολύ πιθανό ότι οι μαθητές ή θα περιμένουν “πώς και πώς” να τελειώσει το ταξίδι, ή θα αποβιβαστούν από το μεταφορικό μέσο, κατά την διάρκεια του ταξιδιού με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι χωρίς τον Προορισμό, το ταξίδι δεν θα μπορούσε να γίνει. Αν την σημασία αυτού του προορισμού, σαν μέσο για να ελκύσει τον μαθητή στο ταξίδι της μάθησης, και όχι σαν αυτοσκοπό, την καταλάβουμε, πιστεύω ότι όλοι μας θα συνειδητοποιήσουμε ότι χρειάζεται πολύ δουλειά από την μεριά και της πολιτείας και του δασκάλου. Βέβαια είναι πολύ πιο εύκολο να κάθεται μια ομάδα από τρία ή τέσσερα άτομα και να σκέφτεται τρόπους με τους οποίους θα παρακινήσει τους καταναλωτές να αγοράζουν το ένα ή το άλλο προίόν, παρά να βρει μεθόδους για το πώς θα κάνει ελκυστικά την Ιστορία, τα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες. Δεν αξίζει όμως τον κόπο μπροστά σε μια οδοντόκρεμα ή μια σκόνη καθαρισμού;

Πηγή: ΓΝΩΘΙ ΤΟ CURRICULUM, Κεφάλαιο 12. Χατζηγεωργίου Γιάννης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Εκδόσεις Ατραπός.

Leave a Reply